tpl_ja_mageia_j15

 
C3T ΑΒΕΕ

Βιομηχανική Περιοχή Κιλκίς
Τ.Θ. 50, 611 00 Κιλκίς

Τηλ: (+30) 23410 71947 
                23410 72119
Fax: (+30) 23410 71987
  • Narrow screen resolution
  • Wide screen resolution
  • Decrease font size
  • Default font size
  • Increase font size
Αρχική Υπηρεσίες Ορολογία
Ορολογία

Διαπιστευμένο εργαστήριο (Accredited Laboratory): Εργαστήριο που φέρει την έγκριση τρίτου μέρους για την τεχνική του επάρκεια και το σύστημα ποιότητας που εφαρμόζει.

Κλάση ακρίβειας (Accuracy Class): Κλάση μετρητικών οργάνων, που ικανοποιούν συγκεκριμένες μετρολογικές απαιτήσεις για την τήρηση σφαλμάτων εντός καθορισμένων ορίων.

Ακρίβεια μετρητικού οργάνου (Accuracy of a measuring instrument): Η ικανότητα ενός μετρητικού οργάνου να παρέχει ένδειξη κοντά στην αληθινή τιμή.

Ακρίβεια μέτρησης (Accuracy of measurement): Εγγύτητα της συμφωνίας ανάμεσα σε ένα αποτέλεσμα μέτρησης με την αληθινή τιμή.

Ρύθμιση μετρητικού οργάνου (Adjustment of a measuring instrument): Διαδικασία που φέρει ένα μετρητικό όργανο σε λειτουργική κατάσταση, η οποία ικανοποιεί το σκοπό χρήσης του.

Βασική μονάδα (Basic unit): Μονάδα μέτρησης για ένα βασικό μέγεθος σε ένα σύστημα βασικών μεγεθών.

BIPM: Διεθνές Γραφείο Μέτρων και Σταθμών (Bureau International des Poids et Mesures).

Πιστοποιητικό διακρίβωσης (Calibration certificate): Έγγραφο που περιέχει τα αποτελέσματα της διακρίβωσης.

Ιστορικό διακρίβωσης μετρητικού οργάνου (Calibration history): Πλήρης καταγραφή στοιχείων διακρίβωσης μετρητικού οργάνου για μακρά χρονική περίοδο, η οποία παρέχει τη δυνατότητα αξιολόγησης της μακροπρόθεσμης σταθερότητας του οργάνου.

Διάστημα διακρίβωσης (Calibration interval): Ο χρόνος ανάμεσα σε δύο διαδοχικές διακριβώσεις ενός μετρητικού οργάνου.

Διακρίβωση (Calibration): Σειρά ενεργειών, οι οποίες υπό καθορισμένες συνθήκες προσδιορίζουν τη σχέση ανάμεσα στις ενδείξεις τιμών ενός μετρητικού οργάνου ή συστήματος και σε αυτές ενός προτύπου.

Πρότυπο ελέγχου (Check standard): Πρότυπο εργασίας για χρήση ελέγχων ρουτίνας με σκοπό τη διασφάλιση ορθών μετρήσεων.

CIPM: Διεθνής Επιτροπή Μέτρων και Σταθμών (Comite Interanatiole des Poids et Mesures)

CGPM: Γενική Συνέλευση Μέτρων και Σταθμών (Conference Generale des Poids et Mesures)

Συντελεστής διόρθωσης (Correction factor): Συντελεστής με τον οποίο πολλαπλασιάζεται το μη διορθωμένο αποτέλεσμα προκειμένου να ισοσκελίσει ένα συστηματικό σφάλμα.

Τιμή διόρθωσης (Correction value): Τιμή που προστίθεται στο μη διορθωμένο αποτέλεσμα μέτρησης για τον ισοσκελισμό ενός συστηματικού σφάλματος.

Συμβατική αληθινή τιμή (Conventional true value): Τιμή που αποδίδεται σε μία ποσότητα και γίνεται αποδεκτή, αρκετές φορές συμβατικά, με κατάλληλη αβεβαιότητα για το συγκεκριμένο σκοπό. Πολλές φορές αναφέρεται ως «βέλτιστη εκτίμηση της τιμής (best estimate of the value)», «συμβατική τιμή (conventional value)» ή «τιμή αναφοράς (reference value)».

Απόκλιση (Deviation): Τιμή μείον τιμή αναφοράς.

Ολίσθηση (Drift): Αργή μεταβολή ενός μετρολογικού χαρακτηριστικού μετρητικού οργάνου.

ΕΑ: Ευρωπαϊκή Συνεργασία για τη διαπίστευση (European co-operation for Accreditation).

Σφάλμα μετρητικού οργάνου, μέγιστο επιτρεπτό (Error, largest permissible): Ακραίες τιμές επιτρεπτού σφάλματος σύμφωνα με προδιαγραφές, κανονισμούς, κλπ. για ένα μετρητικό όργανο.

Σφάλμα (συστηματικό) μετρητικού οργάνου (Error systematic): Συστηματικά εσφαλμένη ένδειξη μετρητικού οργάνου.

Σταθερά οργάνου (Instrument constant): Συντελεστής μετρητικού οργάνου που πρέπει να πολλαπλασιασθεί με την απευθείας μετρούμενη τιμή προκειμένου να δώσει την ένδειξη του οργάνου.

Διεθνές πρότυπο (International standard): Πρότυπο αναγνωρισμένο από διεθνή συμφωνία ως κατάλληλο για διεθνή χρήση ως βάση για τον προσδιορισμό των τιμών άλλων προτύπων.

Τήρηση προτύπου (Maintenance of a standard): Σειρά μέτρων και ενεργειών για τη διατήρηση των μετρολογικών χαρακτηριστικών ενός προτύπου εντός καθορισμένων ορίων.

Σύμβαση μέτρου (Metre Convention):  Διεθνής σύμβαση του 1875 για τη διασφάλιση της χρήσης σε παγκόσμια κλίμακα ενός συστήματος μονάδων μέτρησης.

Σύστημα μέτρησης (Measuring system): Πλήρης σειρά μετρητικών οργάνων και λοιπού εξοπλισμού σε συνδυασμό, για την πραγματοποίηση συγκεκριμένων μετρήσεων.

Μετρικό Σύστημα (Metric system): Σύστημα βασισμένο σε μέτρα (m) και κιλά (kg).

Πρωτεύον εργαστήριο (Primary Laboratory): Εργαστήριο το οποίο πραγματοποιεί διεθνώς αναγνωρισμένη μετρολογική έρευνα, υλοποιεί και τηρεί πρότυπα στο υψηλότατο επίπεδο διεθνώς.

Πρωτεύουσα μέθοδος (Primary method): Μέθοδος στην υψηλότερη δυνατή μετρολογική ποιότητα, η οποία όταν εφαρμόζεται, μπορεί να περιγραφεί και να κατανοηθεί πλήρως. Για τη μέθοδο αυτή μπορεί να εφαρμοστεί ισοζύγιο αβεβαιοτήτων σε μονάδες του συστήματος SI, τα αποτελέσματα των οποίων είναι αποδεκτά χωρίς αναφορά σε άλλο πρότυπο.

Πρωτεύον πρότυπο (Primary standard): Πρότυπο που αναγνωρίζεται ευρέως ότι έχει την υψηλότερη δυνατή μετρολογική ποιότητα, ενώ η τιμή του είναι αποδεκτή χωρίς αναφορά σε άλλο πρότυπο του ίδιου μετρολογικού μεγέθους.

Παράγωγος μονάδα (Derived unit): Μονάδα συστήματος που προκύπτει ως συνάρτηση βασικών μονάδων.

Πρότυπο αναφοράς (Reference standard): Πρότυπο γενικά της υψηλότερης μετρολογικής ποιότητας, που είναι προσβάσιμο σε ένα συγκεκριμένο οργανισμό ή εργαστήριο, στο οποίο αναφέρονται όλες οι μετρήσεις που πραγματοποιούνται με άλλα πρότυπα του ίδιου μεγέθους.

Επαναληψιμότητα μετρητικού οργάνου (Repeatability of a measuring instrument): Η ικανότητα ενός μετρητικού οργάνου να παρέχει υπό καθορισμένες συνθήκες χρήσης, παραπλήσιες τιμές ενδείξεων σε επαναλαμβανόμενες εφαρμογές.

Επαναληψιμότητα αποτελεσμάτων μέτρησης (Repeatability of results of measurements): Η εγγύτητα της συμφωνίας ανάμεσα στα αποτελέσματα διαδοχικών μετρήσεων του ίδιου μεγέθους, οι οποίες πραγματοποιούνται υπό τις ίδιες συνθήκες.

Αναπαραγωγισιμότητα αποτελεσμάτων μέτρησης (Reproducibility of results of measurements): Εγγύτητα στη συμφωνία ανάμεσα στα αποτελέσματα μετρήσεων του ίδιου μεγέθους, οι οποίες πραγματοποιούνται υπό μεταβλητές συνθήκες.

Δευτερεύον πρότυπο (Secondary standard): Πρότυπο, η τιμή του οποίου καθορίζεται με σύγκριση με ένα πρωτεύον πρότυπο του ίδιου μεγέθους.

Σταθερότητα (Stability): Η ικανότητα ενός μετρητικού οργάνου να διατηρεί σταθερά τα μετρολογικά του χαρακτηριστικά στο χρόνο.

Πρότυπο μεταφοράς (Transfer standard): Πρότυπο που χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο για τη σύγκριση προτύπων.

Συστηματικό σφάλμα (Systematic error): Η διαφορά της μέσης τιμής που προκύπτει από έναν άπειρο αριθμό μετρήσεων ενός μεγέθους, οι οποίες διεξάγονται υπό συνθήκες επαναληψιμότητας από την αληθινή τιμή του μεγέθους.

Αβεβαιότητα μέτρησης (Uncertainty of measurement): Παράμετρος που σχετίζεται με το αποτέλεσμα μιας μέτρησης μεγέθους και χαρακτηρίζει τη διασπορά των τιμών που μπορούν να αποδοθούν στο μέγεθος.

 
Greek Albanian Bulgarian English French German Portuguese Russian Serbian
Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019

esyd

Σε σύνδεση

Έχουμε 17 επισκέπτες συνδεδεμένους
Εμφανίσεις Περιεχομένου : 152200